Menu
RSS

“Οχι” από τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων στην κατεδάφιση των καμινάδων και του κτηρίου της ΑΒΕΑ

“Οχι” από τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων στην κατεδάφιση των καμινάδων και του κτηρίου της ΑΒΕΑ

«Να μην κατεδαφιστούν οι υψικάμινοι και το κτήριο της ΑΒΕΑ», ζητά με ανακοίνωσή του ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Χανίων.
Υπενθυμίζεται ότι το θέμα έγινε γνωστό με δημοσίευμα των “Χανιώτικων νέων” στις 17 Ιουνίου όταν η τοπική Αρχαιλογία επιβεβαίωσε ότι η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων 

έδωσε “πράσινο φως” για την κατεδάφιση των δύο καμινάδων, αλλά και ενός ερειπίου στο πρώην συγκρότημα της ΑΒΕΑ στη Νέα Χώρα.

Αναλυτικά στην παρέμβαση – ανακοίνωσή του που εξέδωσε το βράδυ της Τρίτης ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων σημειώνει:

Η ΑΒΕΑ, η πρώτη ελαιουργική βιομηχανία στην Ελλάδα και μια από τις μεγαλύτερες στη Μεσόγειο, ιδρύθηκε το 1889 από τον Γάλλο χημικό Jules Deiss (Ιούλιο Δέη) στην παραθαλάσσια περιοχή δυτικά των οχυρώσεων της πόλης των Χανίων. Αποτέλεσε ορόσημο για τον εκσυγχρονισμό της οικονομικής ζωής του τόπου και της χώρας γενικότερα, στηρίζοντας το κυριότερο αγροτικό προϊόν της περιοχής, ενώ άφησε σημαντικό αποτύπωμα στην κοινωνική ζωή και στις μνήμες των κατοίκων της πόλης. Η ταχύρυθμη οικιστική ανάπτυξη της Νέας Χώρας, μετά τη δεκαετία του ’60, επέβαλε την απομάκρυνση του ρυπογόνου και δύσοσμου εργοστασίου από την πυκνοκατοικημένη συνοικία που ασφυκτιούσε γύρω του. Η μετεγκατάστασή του άρχισε το 1994 και ολοκληρώθηκε το 2004.
Το ακίνητο της ΑΒΕΑ, αρχικής έκτασης 20 στρεμμάτων περίπου, περιλάμβανε μεταξύ άλλων, πυρηνελαιουργείο, σαπωνοποιείο, ραφιναρία, τμήμα τυποποίησης και γραφεία. Οι εσωτερικοί χώροι που διατηρούσαν παλιό μηχανολογικό εξοπλισμό ήταν υποβλητικοί, οι δύο επιβλητικού ύψους καμινάδες παραμένουν τοπόσημα με συμβολική αξία, ενώ τα κτίσματα, στην πλειοψηφία τους με λιτές όψεις, είχαν ισχυρή παρουσία στο χώρο. Το παραπάνω συγκρότημα, αναμφίβολης ιστορικής αξίας, ήταν πολύτιμη κληρονομιά των απαρχών της εκβιομηχάνισης της χώρας στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκτός από την εύλογη αξιοποίησή του σαν μουσείο ελαιουργικής βιομηχανίας και πέρα από τη δυνατότητα του να συμβάλει στην αναβάθμιση του πολιτιστικού τοπίου της πόλης γενικότερα, το σύνολο αυτό αποτελούσε επίσης σημαντικό απόθεμα για να καλυφθούν ζωτικές ανάγκες της συνοικίας της Νέας Χώρας σε χώρους πρασίνου, εκπαίδευσης και άθλησης.
Είναι λυπηρό ότι οι εγκαταστάσεις της ΑΒΕΑ δεν έτυχαν συνολικής προστασίας και δημιουργικής αξιοποίησης, όπως άρμοζε. Σήμερα έχουν απομείνει μόνο οι δύο υψικάμινοι και το ενδιάμεσο ερειπωμένο κτίσμα 460 τ.μ., που εμπίπτουν στην ιδιοκτησία της εταιρίας «Ανάπλαση Πλαγιάς Τεχνική και Εμπορική Α.Ε.» του Ομίλου Επιχειρήσεων «Λεπτός», στην οποία πέρασαν από τη Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων, βασικού μετόχου της ΑΒΕΑ. Η δύσκολη και δαπανηρή αποκατάσταση των καμινάδων από την εταιρία αυτή ολοκληρώθηκε στο τέλος του περασμένου έτους. Και όμως, οι κατασκευές αυτές, σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας, κινδυνεύουν με κατεδάφιση, με σύμφωνη γνώμη της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κρήτης!
Η αποτυχία να δρομολογηθεί μια αξιοπρεπής και ωφέλιμη διατήρηση του συγκροτήματος της ΑΒΕΑ ανάγεται στην περίοδο μετεγκατάστασής του, όταν εγκρίθηκε η ρυμοτόμηση του παραθαλάσσιου αυτού «φιλέτου», με οικοπεδοποίηση του μεγαλύτερου τμήματός του. Η αρχική έκταση των 20 περίπου στρεμμάτων επιμερίστηκε σε 5 οικοδομικά τετράγωνα με “εσωτερικούς” δρόμους, ο σχεδιασμός των οποίων αγνοούσε ολοφάνερα την προοπτική συνολικής διατήρησης και αξιοποίησης των παλιών εγκαταστάσεων. Στη συνέχεια, το βορειοανατολικό Ο.Τ. χαρακτηρίστηκε χώρος αθλητικών εγκαταστάσεων, ενώ στο ανατολικό Ο.Τ., μετά από κατεδάφιση κτηρίου της ΑΒΕΑ, οικοδομήθηκαν με συμβατικό τρόπο το 5ο Γυμνάσιο και το 1ο Λύκειο Χανίων. Επί πλέον, το 2001, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού μετά από ομόφωνη γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ), οι εγκαταστάσεις της ΑΒΕΑ δε χαρακτηρίστηκαν ιστορικό διατηρητέο μνημείο, προφανώς επειδή τα στεγασμένα με λαμαρίνες κτίσματα θεωρήθηκαν ευτελή! Αντισταθμίζοντας την υποτίμηση της αξίας του συγκροτήματος, στην ίδια γνωμοδότηση αναφέρεται: “ο μηχανολογικός εξοπλισμός, τα κινητά αντικείμενα και τυχόν ιστορικά στοιχεία του αρχείου του βιομηχανικού συγκροτήματος να καταγραφούν, να αξιολογηθούν και να μεταφερθούν τμηματικά σε κατάλληλο χώρο προκειμένου να δημιουργηθεί μουσείο σαπωνοποιίας”».

Καταλήγοντας, με βάση τα παραπάνω ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων προτείνει:
•Να εξεταστεί αν έχει γίνει η καταγραφή, αξιολόγηση και μεταφορά του παλιού μηχανολογικού εξοπλισμού, των αντικειμένων και των αρχείων της ΑΒΕΑ, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του ΚΣΝΜ.
•Το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.) να μην εγκρίνει την κατεδάφιση των υψικαμίνων και του ενδιάμεσου κτίσματος που απέμειναν και είναι αξιόλογα ίχνη της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής και της ιστορίας της πόλης. Χωρίς την έγκριση του Σ.Α. δεν εκδίδεται άδεια κατεδάφισης από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας.
•Ο Δήμος, με στόχο την προστασία των παραπάνω κατασκευών, να ζητήσει άμεσα νέα γνωμοδότηση του ΚΣΝΜ αναφορικά με την κατεδάφιση τους και παράλληλα να επιδιώξει την κήρυξή τους από το ΥΠΕΚΑ.
•Να διερευνηθεί κατάλληλη τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου (αντικατάσταση δρόμων με κοινόχρηστο χώρο γύρω από τις καμινάδες και τροποποίηση οικοδομικών γραμμών) και να δοθούν κίνητρα στους ιδιοκτήτες ώστε να εξασφαλιστεί η διατήρηση και αξιοποίηση των υψικαμίνων και του κτίσματος με ουσιαστικό τρόπο».


Πηγή : haniotika-nea.gr

back to top